Παρασκευή

Φωτόμυλος

Ε ψυχικά αυτόματη Λάμπα ξύπνησε Να δει και τ’ άλλο μάτι να μη ζηλέψει Σχηματισμένο φως Αετώματα και στήθη ιριδισμών Το στητό πουλί με τη μακρυά μύτη Φτιαγμένο να μην πιάνεται Έντεκα δώδεκα ή δεκατρείς να γεννήσει η Λουκία Και ‘συ την άλλη Παρασκευή κελτικη μηλιά έχεις γενέθλια Ένα μαγαζάκι που αυτομόλησε από την Μονεμβασιά Με τα χέρια του γεμάτο καλειδοσκόπια Κι όλο όλο βουτηγμένο στο μέλι Της Γης γή Πάνω στην οποία συγχρόνισε την αυτοπροβολή σου Κα λει δο σκο πι κα Εσύ που κρέμασες το χαμόγελο σου στον ουρανό Κατέβα από το δένδρο ντε να σε δούμε Το λουλούδι που βόσκησες τη σταγόνα σου Να σε αυτή τη φωτογραφία είναι τα φτερά σου όταν ήσουν μικρή Εδώ είναι η πρώτη σου πτήση Εδώ η μαμά σου με τους γκόμενους σου Κάποιος από αυτός έγινε ο πατέρας σου Ώπα ένα κοχυλάκι μία χάντρα άλλο ένα κοχυλάκι Κι άλλα δύο Εδώ το δένουμε κόμπο Να φυλάνε τα τρία όνειρα σου μην τα κλέψουν οι καιροί Αυτό το ποίημα για καβαλιέρος Και το δικό σου ποίημα για ντάμα Γαμώτο τόσο όμορφα αστείοι Τόσο μοιραίοι Που πάλι θα λείπουμε Αύριο για μπάνιο στην παραλία με τις νότες Το αντηλιακό απ’ το καρότο και Κόκκινες φωτοτυπίες του στυλ σου κάτω απ’ το ψάθινο καπέλο Στην διαύγεια που πάνω της λιάζονται οι αρχαίοι πηγαινοέρχεσαι Ο ήλιος είναι το κεφάλι σου Και το δωμάτιο που άφησες πίσω τακτοποιημένο στην εντέλεια Τα εσώψυχα σου Έτσι που μπόρεσες να φύγεις Όπως την έκανε και η ντομάτα μας Η μία για να βρεί τον ήλιο Κι η άλλη απ’ το περονόσπορο Υδροξείδιο του χαλκού κι εφτά μέρες μετά συγκομιδή Φύλλο ευκαλύπτου για τα κουνούπια Πατεντ κάλι για τις πατάτες Ενεργοί μικροοργανισμοί για την αντιοξείδωση Ταχυόνια εξισσοροπιστές για τις ηλεκτρομαγνητικές δονήσεις Χαρτμαν και Κάρρυ Ζωντανά ηφαίστεια ααααχχχχ Αχ τα μάτια σου νυχτοπούλια Και το φεςγγάρι το παλιοφέγγαρο κλεψυδρίζει Όλη την ξεροκεφαλιά του στο καλεντάρι Χωρίς να ξέρει τίποτα Κι όχι σαν και μένα που ‘χα ερωτευτεί την αφίσσα Ο μοιρολάτρης Ααααχχχχ Ίσα που προλαβαίνω να το πώ Ωπ το λευκό πανί ‘Ενας εξωγήινος που αρπάζει το Χαρταβέλα Κι η Νικολούλη τον ψάχνει Αφάνταστη περιπέτεια Βλέπεις δεν έχουμε ουρανό εδώ μες την κυψέλη Τόσοι κηφήνες να θέλουν να σε γαμήσουν και να μη το δίνεις σε κανέναν Εκατομύρια έτη φωτός η διαμονή σου στο διάστημα Και η δοκιμασία του θεού Δυανυσμένα πειράματα Τριακόσες εξήντα μοίρες αργή περιστροφή στο καλειδοσκόπιο Και αφήνω κάτω τη βεντάλια μου Το Παμπλάκι κοιμήθηκε Να μιλήσει την άλλη γλώσσα Το μικρό αντικείμενο επιστρέψει στο μεγάλο ράφι με τ’ άλλα μικρά αντικείμενα Και μεις για πάλι εδώ δελφίνια Μιαν ανάσσα έξω απ’ το νερό Για πάντα πρωτάρηδες απέναντι στη φύση

Σάββατο

Drambuile

Στην αρχή, μικρός στο δημοτικό είμουν γαύρος αλλά έχασα ένα στοίχημα κι έγινα βάζελος Ο αδερφός μου ήταν γαύρος αλλά εγώ βάζελος (κύριε τώρα τι είναι ο αδερφός σας - Απλά ζάκι) (Μετά θάνατον ανάκαμψη της τέχνης ή κατ’ άλλους ένα εσωτερικό ανάκτορο) Ω λαλά Μετά μεγάλωσα Φυσιολογική ανάπυξη και κατάλαβα πως είχα να σταματήσω να ασχολούμαι Όμως πάνω στον καρπό το πρωί όλοι μιλάγαν για το πετσί και τη σάρκα Έτσι για λόγους κοινωνικότητας ξανάγινα βάζελος Αλλά όταν κοίταξα τις λεσβίες χανούμισες έγινα αεκ ..είχα κολλήσει και με τον Ντόρις εκείνο τον καιρό Μετά έγινα λειχίνα και βρύο στη σιλικόνη του υπολογιστή Και όπως το αίμα του Σωκράτη το ποιήμα μου κύλησε απ’ τις πλειάδες Και είμαι Ψαροκόκαλο δώδεκα μέτρα βυθισμένο στην πικρή ζωή του καλοκαιριού όπου η ποίηση μου ονειρεύτηκε τη ζωή Τώρα η κυρία Επέκεινα κι η κυρία Μπάτερφλαυ με νανουρίζουν στους λειμώνες της αιωνιότητας Κάποτε μάλιστα φαντασιώνομαι πως απορώ έτσι ώστε να αποφεύγω συνετά όλες τις καθησυχαστικές πλάνες της οντολογίας Πολλές από αυτές βέβαια ακόμα και νεκρές ήθελα να τις φτύσω αλλά τις πήγαν σε άλλη νεκρόπολη Λοιπόν ακόμα ρεύομαι ψυχές και διαίρεση Κι οι γάτες όταν νύχτωσε στα σύννεφα υπόταξαν τους ανθρώπους της γειτονιάς

Ήλεκτρο

Κάποτε θα τιμωρηθούμε παρά τη νιοστή δύναμη στην οποία είναι υψωμένο το γέλιο μας Χα χα

Και ποιο ανώτερο κάλεσμα θα μας αναγκάσει να αδειάσουμε το Είναι μας στην πλευρά εκείνη του ανώτερου εαυτού 

Στην ουτοπία που οι ράγες της συνήθειας ευθυγραμίζονται με την ορθή θέληση

Μα μέχρι τότε 

Εως ότου η ορχήστρα της νόησης νυμφευτεί τη μουσική του συναισθήματος θα αναβλύζονται στο αίμα μας ορδές πληγών και πόρωσης 

Γνώριμη ελληνική εντροπία και καθολική απουσία πελατών καθώς παρασερνόμαστε από τη γνήσια τούτη πολιτική του σύμπαντος

Εσύ και όλοι εμείς δηλαδή Ελαφρώς αντικοινωνικοί

Δίχως επιλογές τρόπους συστήματα ζωής ή άμιλλα να χαρακτηρίζουν τη διαλεχτική της αυτοκρατορίας μας 

Άριστη γεωμετρία φωτεινών εκλειπόμενων δυνάμεων ζυγιασμένη στα πλευρά της γης

Και τον παφλασμό του κουπιού με το μέρος μας αφού ο παράλληλος όλος κόσμος ζητώντας γαλήνη χύνεται σε μια μόνο θάλασσα Το λαμπρό κενό που ονομάσαμε ασελγούντα σώματα

Εσύ μονοπολική θεότητα  Πριν κοιμηθείς στον πυρήνα σου (δηλαδή εμείς)

Και στο αιθερικό σου πέπλο κεντημένη με βιωματική εμπειρία και φαντασίωση 

Με ηδονές ακόμα κι αρώματα

Με το χορικό των συννέφων σα καλπάζουν ένα διάδημα τριγύρω στο φεγγαρένιο κεφάλι σου

Ω λυχνία στηλωμένη στην άκρη του νησιού Ορατή στη χώρα μόνο κάποιου σπάνιου ζευγαριού ματιών

Όταν επιστρέφει το κορμί του σε ροδοπέταλα ο ερωδιός

Όταν κραδαίνεσαι ανάμεσα στην οργή και την αγνότητα

Ανάμεσα στην νίκη και την οικουμένη

Εκεί Στο κατώφλι της νομοτέλειας που η Ύπαρξη αντιλαμβάνεται τον εαυτό της

Στις μυστήριες αύρες της νύχτας που γεννιούνται οι θεοί

Ομορφαίνεις επικίνδυνα όπως λένε σα πλησιάζει ο καιρός της αναλήψεως σου

Παρασκευή

Ορισμοί

Τα πεύκα είναι άνθρωποι Οι άνθρωποι είναι άμμος Το παρίσι είναι το νησί που το σκάνε οι νύφες κι μάγισσες λίγο πριν τις κάψουν Τα χέρια μου είναι η φωνή πνευμάτων μυθικών προσώπων Οι τσιγγάνοι είναι εδώ Οι τσιγγάνοι είναι παντού Οι κριτικοί κι οι πιάτσες είναι ότι συχαίνομαι περισσότερο Κι είμαι αρκετά καλά να μην είμαι ότι σιχαίνομαι Οι γλυκοπατάτες ζεσταίνουν την ατμόσφαιρα Η τρέλα είναι ο μήνας του μέλιτος του σαλτιμπάγκου Η φιλοσοφία είναι δικτατορία που αρνούμαι Οι άγκυρες είναι ορισμοί όπως οι παραπάνω Η τέχνη είναι το φαινόμενο της λύτρωσης Όμως τα φαινόμενα απατούν Το παρελθόν είναι ένα κουτί με υπέροχες αμαρτίες που ‘χαν τραγικό τέλος Το τώρα είναι δίκοπο μαχαίρι Το αύριο είναι η άλλη όψη του τώρα Εγώ ; άσε με εμένα πολύ αέρα πήραμε Και τα ναρκωτικά που παίρνω ; Τα φτιάχνω μόνος μου σαν γνήσιος φυσιοδίφης και δεν ξέρει ποτέ κανείς τίποτα Εσύ ; εσύ είσαι το άγνωστο Η διπλή μετενσάρκωση του αγγελικού μου αγγίγματος Να γεννηθώ ή να πεθάνω Να γεννηθώ ή να πεθάνω Αν γεννηθώ τα πεύκα είναι άνθρωποι Αν πεθάνω οι τσιγγάνοι είναι παντού Χριστέ μου Κρίσνα Ολύμπιοι Αντιγόνη Όλοι εσείς Όλοι εσείς τι ; τι ; Tέτοια αντίληψη Οι τσιγγάνοι είναι παντού Τα πεύκα είναι άνθρωποι

Σάββατο

Γειά σου Φτερoύλι πουλάκι αποδημητικό

Μόλις γυρίσαμε από τις μέλισσούλες μας στην Εύβοια Διανυκτερεύσαμε στον Όσιο Δαυίδ που εόρταζε Ωστόσο κοιμηθήκαμε στο αμάξι οπότε φαντάζεσαι η νύχτα ήταν σχεδόν καλοκαιρινή Φέραμε και κάμποσο μέλι Χόρτασε το μάτι μας πράσινο και η καρδιά μας θεό και το σώμα θυσία Της μικρής Ιριδας Sobreluz της άνοιξε η όρεξη με όλα αυτά και έχει συνδέσει τα εικοσιτέσσερα γελαστά χείλη της με το μαστό της Τροφού της Η οποία καθισμένη σε μια κυλιόμενη σκάλα απολαμβάνει τις λιτές γραμμές της ζωής στο living room αφού μετακόμισα όλα τα καλλιτεχνικά μου συμπράγαλα ,αυτά με τις οργανικές καμπύλες και τα αραβουργήματα στους μανδύες, στο κάτω μέρος του σπιτιού το εν λόγω υπόγειο και μεταμόρφωσα τον τρυφερό κόσμο των παιδικών ονείρων μου σε ατελιέ underground Ωστόσο προκύπτουν δύο προβλήματα απ΄ αυτό Πρώτον τώρα χρειαζόμαστε ένα κατσαβίδι για να βάλουμε τις νέες μπαταρίες στο μουσικό παιχνίδι της Ίριδας Τσοτσομπρόκο και τα εργαλεία είναι κάτω και επειδή κανείς δεν πρόκειται να κουνηθεί μακρύτερα από την νυχτερινή εμβέλεια μας Αναγκαστικά ένα μαχαίρι θα χρειαστεί να κάνει και δεύτερη δουλειά αυτές τις απλοποιημένες στιγμές που τα χρυσόψαρα κατευθύνονται αντίθετα για να ξανασυναντηθούν δέκα δευερόλεπτα αργότερα μέσα στο ίδιο ενυδρείο Και το αποτέλεσμα το ίδιο ο Μπάχ χλωμιασμένος έτοιμος να γίνει ανθοίαμα Και το αποτέλεσμα το ίδιο, να μια μεγάλη αλήθεια που με άγγιξε τώρα Γι' άλλους λίγο καλύτερα γι 'άλλους λίγο χειρότερα Καμμιά φορά το κλάμα όταν έρχεται από την γη στην αρχή ακούγεται σαν μακρινό γουργουρητό και η μόνη λύση φυσικά είναι η ρύθμιση της υγρασίας Η Ψυχή της όμως δεν κλαίει αλλά γελάει γιατί είναι αγνή ενώ αργότερα όταν η περήφανη Ψυχή ταπεινώνεται δεν κλαίει αλλά αυτοκαταστρέφεται σιωπηλά Κι όλα αυτά είμαι απόλυτα πεπεισμένος έχουν να κάνουν με την αρχαία ελληνική Ψυχή που είναι μέσα μας αθέλητα κρυμμένη και σε πολύ καλή θέση θα έλεγα για να μεταφέρει το θυμό του Αχιλλέα αλλά και τη σύλληψη του ως γεγονός από τον Όμηρο Το δεύτερο πρόβλημα το σκίασε το πρώτο με την πληθωρικότητα του 'η μήπως φταίει η αποδιοργανωμένη μνήμη Κατά τ' άλλα αυτές οι μέρες κύλησαν σαν γρήγορο τανγκό σε εργοτάξιο καταναγκαστικών έργων Το αγαπημένο μου φετίχ να ψήνομαι στον πυρετό και να φτιάχνω ραμποτέ ψευδοροφή εννοείται πάνω σε σκάλα σε κουζίνα που μοιράζονται δυο αδερφές ζωντοχήρες ή άλλοτε πάλι ν 'ασπρίζω σαν άλλος Ηρακλής μες τον γυμνό καιρό το φράχτη του σπιτιού μας Την ίδια στιγμή πάνω στα αεικίνητα βουνά οι σταυροφορίες του Calluna Vulgaris αφού προσπέλασαν με την πένθιμη τελειότητα της αγάπης τους τα δύο τρίτα του Σεπτέμβρη και όλου του Οκτώβρη έδωσαν τη θέση τους στην υπομονετική και στοργική τρυφερότητα -τα λευκά άνθη της κουμαριάς

Η αλήθεια είναι ότι κατά τη διάρκεια της ολονυκτίας καθόλου δεν ηρέμησα Ήθελα τόσο να μείνω για γίλο μες το κουβέλι να τις ακούσω να μου πουν τις απόψεις τους και τα προβλήματα τους να κουβεντιάσουμε για τη διαχείμαση μα η νύχτα κομψή και πελώρια με πόθησε περισσότερο απομάκρυνε την ασκητική κουβέρτα μου και έστρωσε για την πάρτη μας τα αστέρια

Δεν μπορούσα να αντισταθώ Έτσι γίνεται πάντα Κι αυτές κι εγώ Η Ροή από πάνω μας να καθορίζει Μα είναι ωραία τέτοιες ώρες που κοντοστέκομαστε να πάρουμε δυο ανάσσες να ξεδιπλώνονται μπροστά μας και να στοιβάζονται όπως τα τσαμπιά με αυτά τα φθινωπορινά άνθη, όπως τ’ αστέρια τα τόσα μικρά χαμόγελα και όλες οι αγωνίες και οι κόποι που κάνουμε όλα τα πλάσματα καθημερινά για να καταφέρουμε να τα στερεώσουμε Μ’ αυτό που μένει σε τόση γαλήνη –ακόμη κι αν είναι ίχνη- είναι τα χαμόγελα έτσι δεν είναι

Φιλιά

Παρασκευή

Η χαρά του θανάτου σου

Εδώ όσο κι αν ανοιχτείς Μαζί με τα φανερά Απ’ τον ήχο Τη χαρά του θανάτου σου Δεν θα σε ανιχνεύσουν ποτέ Ενώ από δω όλοι περνούν Εδώ όλοι οι κάτοικοι είμαι εγώ Σφράγισε τα μάτια σου Πέθανε χωρίς το ψέμα Πέθανε αντίθετα απ’ το ψέμα Και η παρέα του εαυτού σου τόσο σκληρή είναι Και τι ανεξήγητο αυτό το μίσος Η απουσία βρίσκεται έξω σπό την κενή έννοια Η απουσία είναι λερωμένη Κι όσο μεγάλο κι αν είναι το έξω Το τίποτα έξω δε χωράει Πες στους άλλους Δεν θέλω να ξέρω απ΄τη χαρά Και αγνόησε τη μετρημένη λύπη Την περιορισμένη ταραχή σου Σιώπησε είναι το μίσος σε ότι δεν ψάχνω Σιώπησε είναι η σκλαβιά Και στάσου Κλείστα μάτια Αναίσθητα Πόσο μοιάζει ο ένας με τον ίδιον Και κλείστα μάτια Ασυνείδητα Ατόνησε Και άραξε Μόλυνε το σκότος σου απ’ την τυχαία ξηρασία Αρνήσου ότι πας με βαριεστημάρα για άγνοια Και σκλάβωνε κάθε άπειρο του ορατού δαμαστή Δεν θα φερθεί καλά στα τέρατα Γιατί από δαμαστής θα μεταμορφωθεί σε μολυσμένο τέρας Και θα σταματάει ξεχνώντας το ψέμα Κι ό,τι κι αν δεν κάνει ποτέ δε θα σ΄αγαπά Ακόμα κι αν δεν προσπαθήσεις καθόλου να κρατήσεις την ανιδεότητα σου απ’ την αγάπη Γιατί δεν είσαι κανένα χωρίς τιπότα ίδιο Και σε αμελεί Πώς να μην βρεθείς αν δεν το ήθελες μετά Πώς αν η νιρβάνα σου είναι τόσο ρευστή Και τόσο δειλή Και τόσο αδύνατη Και ταπεινώνεται απ΄το τίποτα Σέβεται τους πάντες Κι εκείνα έμαθαν Έψαξαν να συναντήσουν την αδυναμία τους Για να ειρηνεύσουν δειλά Δίχως κατανόηση Δίχως ξεδίψασμα για ερημιά Ξεδίψασμα για ρουτίνα Για μη πράγματα που ενώ δεν φαίνονται διαφορετικά Ποτέ δε μοιάζουν Σε κανένα σάλεμα του κενού Της λησμονιάς Του άδειου παρελθόντος Του άδειου νοήματος του λανθασμένου που έχει είπωθεί Μα δεν την αισθάνθηκαν φαντάσματα και φαντάσματα Από πουθενα κι αν δεν φαίνονται Δεν υπάρχει περίπτωση να καταλάβεις ................................................................................................
Αντιστρέφοντας το ποίημα σου αντιλαμβάνεται κανείς το μέγεθος της αισιοδοξίας του Με ρωτάει η αγάπη μου τι γράφεις ποιήμα ? Ναι όχι της απαντώ ένα αντιποίημα - Είναι πειραματική παράλλαγή ενός ψυχολογικού τρικ που διάβασα τελευταία Φόρα το κράνος σου Εκανα κάτι αντικαθρεφτισμούς σε μερικές φωτογραφίες Ξέρεις τό ‘ να φέρνει τ’ άλλο κτλ Από κει περνάει μια σκαντζούρα Πιο πέρα η ανηφοριά οδηγεί στης μαμάς μου Σε βλέπω να καβαλικέυεις πάνω σε μία μπλούζα Από δω το στήθος σου κρατάει ένα λυχνάρι Χαιρετισμούς από τη μικροκοσμική νύχτα που το διάστημα της φωτίζουν λαμπατέρ και φωτιστικά ως άλλα παλσάρ και σουπερνόβες Και το ξέρεις όσο αρνείσαι να βγείς απ΄το καλειδοσκόπιο θα σε ροκανίζουν τα χρώματα για να σε σπέρνουν στο φώς ώστε τίποτα να μην πάει χαμμένο Κτλ κτλ Α Κτλ κτλ

Τετάρτη

Raddle

Το ρολόι το παιχνίδι του καλόγερου

Οι Ώρες οι Μοίρες και οι μέρες

Κουκουλομένες μές τ’ ασημένια σατέν της πόλης

Στον ψεύτικο παράδεισο των δέκα cents

Στην οργή που στάζει στην αποχέτευση

Ακροματισμός στους γκρεμούς της αβύσσου

Στις φλέβες της κραγιόν από στιμμένη ορμόνη

Μες τα μαρμάρινα χείλη της νύχτας

Κάποια γυναίκα φιλά έναν άντρα.στο μάγουλο

Κάποια γυναίκα λεπτή αυτή τη φορά

Σαν εσώρουχο ή μεθυσμένα μάτια

Έρπεται στην αγκαλιά γυναίκας

Δεύτερο φεγγάρι της νέας γης

Ηλεκτρικό φίδι – Φαντασίωση

Εξύψωση της Ψυχής και λάμψη της χάντρας

Ζήσε μου λέει…ο Θεός σε χρειάζεται

Κόρη του διαβόλου

Είμαι η σκέψη σου

Γιορτή του κάρματος και της όσμωσης

Είμαι η πτώση

Το δέρμα σου

Υγρή κόλαση

Άρμύρα του ήλιου

Αυτή έγκατα πουλιού

Γλυκός περίπατος στα πέταλα της νύχτας

Καθαρός αέρας

Διαδρομή χαμένη σε υπερφορτισμένο κύκλωμα

Κλόουν

Ταξί

…Raddle

Κυριακή

Αιρετικό

‘Ω τα στήθη σου Όχι πια Και μόνο επειδή μίκρυναν τα μάτια μου Που δε χωρά το κλειδί των ονείρων σου Που ξεφτάω σα την μουσική Για το πενταγραμμο ανείπωτη Κι από τις νεράιδες αγαπώ μόνο τις ξεπεσμένες Της γλώσσας σου Καθώς τα δικά μου χείλη μετανάστευσαν Στη χώρα των Υπερβόρειων Δε βλέπεις πως αυτό είναι κατακρεούργηση Ερωτώ που μια μέρα ήσουν έρωτας Και συνεχίζω πως λυπάμαι σε αγνοώ Να μη σου μοιάσω Οπωσδήποτε Συνεχώς ως εξαφανίζομαι Να που έχω ταλέντο κρυφό Εις το σχολειό του Απόλλωνα Εμπρός κύτταρα μου σκορπιστείτε Σε ορθοπεταλιές των εμπειριών Έξω από αυτό το δωμάτιο και απόψε Καθώς θόλωσα νύσταξα θα κοιμηθώ Για πάρτη σας το ταξίδι και απόψε (και αυτό το ζώο τι τι παράξενο όνομα) Με τόσο κρύο ‘Αλογο ακούς εκεί άλογο

Σάββατο

Δευτέρα

Αποθήκευση στο Σκληρό

Που ποιο ποιοι τι ποιος πως πότε 

Αλλού Κόσμος 

Στη λούτσα 

Έπεσε ο χειμώνας το ξεπεράσαμε κι αυτό

Το βατράχι της αναπαραγωγής 

Έχω να βάλω λάστιχα να πληρώσω το σήμα

Πρέπει να φάω δύο τριπάκια για να αφεθώ λίγο

Σε αυτή την μουσική 

Πήγα total eclipse

Αυτή την φορά έπαιξαν πολύ γαμάτα

Δεν ξέρω τελευταία φορά που τους είχα δει

Καλός κόσμος γιώργο Το ευχαριστήθηκα

Simon

Κλεμένοι διάλογοι των ανθρώπων

Προμηθέας 

(Don’t send this message to the cup)

Αντίδοτο 

Simon teblar άγιος των πρακόρων 

Κι όπως ο τρίτος εσταυρωμένος

Ακολουθήσαμε τον τρίτο δρόμο προς το σοσιαλισμό

.....................................Η αγωνία

(που ‘ναι το stuff)