Σάββατο
Περίπατος στον Βυσσινόκηπο
Η Πτώση της Θέλησης (πολιτικό ποιήμα για την αιώνια ζωή)
Ολόενα μεγαλώνουν σκαλίζοντας το θαύμα Διαστρικές κηπουροί
Κοντά τριακόσια πια Γεμάτες άσπρο φως σκληρή τρίχα και γαλάζιο
Με δυο χαδιάρες βλεφαρίδες Δυο εκπλήξεις σταυρωτά ζωσμένες στην όψη τους
Δυο έμειναν όλες κι όλες Έτσι είναι εύκολο να τις αναγνωρίσει κανείς
Απ’ τις σφαιρικές μήτρες και τα πελώρια κομψά πόδια Απ’ τα μεγάλα διάκενα στο λόγο
Που σπαρταρούν πέφτουν Που γνέφουν Σε θέλω πολύ Τώρα
Γιατί όλα έχουν τη θέση τους Οι δυτικοί αστερισμοι Τα ευτράπελα
Το μέσα και το έξω Ανοίγει και κλεινει η βεντάλια Όμοια τα πνεμόνια
Όμοια η θέα σα χώνεται το κεφάλι ανάμεσα στα πόδια για να μετρήσει τις αποστάσεις
Φορτωμένες εκατομμύρια πράσινες ομπρέλες και τραγούδια πουλιά
Αργά αναρρίχονται στη δίνη της ανόδου κρατώντας δυο στάλες βροχής
Δυο σβώλους χώμα Για να σπείρουν τη γη κι αλλού στο διάστημα
Μα οι τοξωτές αψίδες της αμφιβολίας τρυπούν τα συνωστισμένα μάτια
Όχι δεν θέλουν να βλάψουν κανένα Είναι παιδιά με δύναμη Είναι μόνο δέος
Ένα ατέρμων εκστατικό κόμπασμα στα χέρια και στους γόνες
Κάτω απ’ την αρχαϊκή πέτρα των προγόνων τους
Στο πτερύγιο του κρόταφου από πίσω εκείνο το χλωμό φως - Θυμάμαι
Δεν έχεις τίποτα είπε ορκισμένος ο άγγελος ιποκρίτης Τίποτα
Γελώντας τη μοίρα με τις λέξεις του Μα το δίχως άλλο η μοίρα ήταν που έπαιζε με το ύψος της
Ξεσκίστηκε η θηλυκή αρχή του γι’ αυτό το νιάνιαρο Τροφή για το σκύλο και τσιγάρα
Και τώρα τι έμεινε τώρα Την τελειότητα να γιορτάζουν τα σαλιγκάρια
Τα πενηνταδυο χαρτιά της τράπουλας σκορπισμένα στο πάτωμα Εδώ κι εκεί
Τσέλικη γλυκιά μελωδία των τρελών Το σύμπαν βαρύτερο Ένας δυο Οι πρώτοι του παλμοί
Η αγκαλιά μια αγκαλιά συγκίνηση και φωτιά δίχως χερούλια πουθενά να πιαστείς
Αόριστος Αιχμαλωσία Προσευχή Δεν ήταν τίποτα - συνέχισε -
Πως κλαίει η άβυσσος Λίγο κόκκινο ναϊφ στα μάγουλα του κόσμου
Συνάρτηση του οίστρου όπως το φεγγάρι όπως κι εσύ κι οι μουσώνες
Μα ο καιρός περνά Η αρμάδα της κίνησης βλέπεις
Ολόενα μεγαλώνουν Ολόενα αλέθει ο χρόνος για να φτιάχνει επίγνωση
Γλυκιά επίγνωση της αστρικής εστίας Σάμπως τροφή άλλη δεν έχει η Ύπαρξη
Αυτές αλλαξαν ντύσιμο Άλλαξαν κι άλλα πράγματα πιο χειροπιαστά
Αρωμάτισαν με πνεύματα τον ουρανό και τους ναούς τους
Αγόρασαν περισσότερες αντένες για να θωρούν τα πράγματα
Έπειτα έγιναν απόμακρες Διανοούμενες Τενίστες των λέξεων
Κατοχύρωσαν τον τίτλο τους Έφτιάξαν τη δική τους αίρεση
Να ταιριάζει στην εποχή τους Φαλακρή κλαδάτη Δίχως σκόνη ή αίματα
Ντύθηκαν μακρόσυρτες δονήσεις και τριανταφυλλί φαντασιώσεις
Στολίστηκαν συναισθηματικά όνειρα και λογής δυνάμεις Να ζωντανεύουν
Τις λίμνες του καλοκαιριού τ’ αγάλματα στους κήπους Τους χαρταετούς των παιδιών
Ίδρωσαν πάνω απ’ το αμόνι για αιώνες Σκλήρυναν στην εμπειρία και την υπέρβαση
Σφυρηλατώντας γερά φτερά Φτερά προσαρτημένα στις χρυσές τους φτέρνες
Κι έγιναν τα κορμιά τους ο μεγάλος σπόρος της ποίησης στην αρχή
Και μετά περιπλοκάδες που αγκαλιάστηκαν μπλέκοντας τα φιλιά τα χρώματα Σφιχτά
Κύκλικά περιστράφηκαν γύρω απ’ το μάτι της γη Με τεντωμένες φλέβες
Μα όποιος άλλος στη θέση τους Θα πέταγε που και που ανάσκελα
Για να χαζέψει τα ακίνητα χρυσά μάτια Τα ολοκαυτώματα πέρα στις εσπερίδες
Το χορό της φωτιάς ανάμεσα στα φεγγάρια του Δία Εκεί που η Νέμεσις κρεμάστηκε
Κομματιάζοντας έτσι τους καθρέφτες των θεών Τους ίδιους τους εαυτούς
Τα παιχνίδια με αρχή και τέλος δεν είναι παρά κατεστημένο
Κι αν θες όσο πρέπει - θα ζήσεις για πάντα γιατί γίνεται
Χωρίς να βαριέσαι Έίναι πάντα εύκολο να πεθάνει κανείς
Λοιπόν φως μου
Παιδί της προσευχής
Σπερματοειδής είναι ο θρήνος σου
Τα δυο σου πρόσωπα η αγαπημένη σου ώρα
Ας είναι γλυκό και το κλάμα σου
Ας είναι
Όταν η ανυπαρξία λήστεψε το τερπνό δάκρυ της Παναγίας
Τους θεούς -κατάρα - Μην ανησυχείς όμως
Το ποτάμι Η οικουμένη Ο άγγελος φύλακας σου
Άσπιλο άσπρο φως και άφυλο γαλάζιο Με δυο μακρυές βλεφαρίδες για να πετάς
Και νιφάδες ήλιου να κεντούν τον έρωτα στη μέση του πελάγου
Έϊ μην τρομάζεις σε παρακαλώ Χάιδεψε με εσύ το παράξενο χαμόγελο
Τη νύχτα ονειρέυεσαι πως φοράς αμπελόφυλλα για σκουλαρίκια
Κάθε νιφάδα κι έρωτας πως ζωντανεύει τα χείλη της αρχαίας μάσκας
Τη μέρα μόνο πιστεύεις Ορίζεις τους ελέγχους και πετάς
Είμαι η Διακοσμική Θέληση
Η αδάμαστη αρχή των πάντων Έλα να με βρείς
Είμαι εδώ υπομονετική κι ατάραχη.. στην κοιλιά σου
Παρασκευή
Φωτόμυλος
Σάββατο
Drambuile
Στην αρχή, μικρός στο δημοτικό είμουν γαύρος αλλά έχασα ένα στοίχημα κι έγινα βάζελος Ο αδερφός μου ήταν γαύρος αλλά εγώ βάζελος (κύριε τώρα τι είναι ο αδερφός σας - Απλά ζάκι) (Μετά θάνατον ανάκαμψη της τέχνης ή κατ’ άλλους ένα εσωτερικό ανάκτορο) Ω λαλά Μετά μεγάλωσα Φυσιολογική ανάπυξη και κατάλαβα πως είχα να σταματήσω να ασχολούμαι Όμως πάνω στον καρπό το πρωί όλοι μιλάγαν για το πετσί και τη σάρκα Έτσι για λόγους κοινωνικότητας ξανάγινα βάζελος Αλλά όταν κοίταξα τις λεσβίες χανούμισες έγινα αεκ ..είχα κολλήσει και με τον Ντόρις εκείνο τον καιρό Μετά έγινα λειχίνα και βρύο στη σιλικόνη του υπολογιστή Και όπως το αίμα του Σωκράτη το ποιήμα μου κύλησε απ’ τις πλειάδες Και είμαι Ψαροκόκαλο δώδεκα μέτρα βυθισμένο στην πικρή ζωή του καλοκαιριού όπου η ποίηση μου ονειρεύτηκε τη ζωή Τώρα η κυρία Επέκεινα κι η κυρία Μπάτερφλαυ με νανουρίζουν στους λειμώνες της αιωνιότητας Κάποτε μάλιστα φαντασιώνομαι πως απορώ έτσι ώστε να αποφεύγω συνετά όλες τις καθησυχαστικές πλάνες της οντολογίας Πολλές από αυτές βέβαια ακόμα και νεκρές ήθελα να τις φτύσω αλλά τις πήγαν σε άλλη νεκρόπολη Λοιπόν ακόμα ρεύομαι ψυχές και διαίρεση Κι οι γάτες όταν νύχτωσε στα σύννεφα υπόταξαν τους ανθρώπους της γειτονιάς
Ήλεκτρο
Κάποτε θα τιμωρηθούμε παρά τη νιοστή δύναμη στην οποία είναι υψωμένο το γέλιο μας Χα χα
Και ποιο ανώτερο κάλεσμα θα μας αναγκάσει να αδειάσουμε το Είναι μας στην πλευρά εκείνη του ανώτερου εαυτού
Στην ουτοπία που οι ράγες της συνήθειας ευθυγραμίζονται με την ορθή θέληση
Μα μέχρι τότε
Εως ότου η ορχήστρα της νόησης νυμφευτεί τη μουσική του συναισθήματος θα αναβλύζονται στο αίμα μας ορδές πληγών και πόρωσης
Γνώριμη ελληνική εντροπία και καθολική απουσία πελατών καθώς παρασερνόμαστε από τη γνήσια τούτη πολιτική του σύμπαντος
Εσύ και όλοι εμείς δηλαδή Ελαφρώς αντικοινωνικοί
Δίχως επιλογές τρόπους συστήματα ζωής ή άμιλλα να χαρακτηρίζουν τη διαλεχτική της αυτοκρατορίας μας
Άριστη γεωμετρία φωτεινών εκλειπόμενων δυνάμεων ζυγιασμένη στα πλευρά της γης
Και τον παφλασμό του κουπιού με το μέρος μας αφού ο παράλληλος όλος κόσμος ζητώντας γαλήνη χύνεται σε μια μόνο θάλασσα Το λαμπρό κενό που ονομάσαμε ασελγούντα σώματα
Εσύ μονοπολική θεότητα Πριν κοιμηθείς στον πυρήνα σου (δηλαδή εμείς)
Και στο αιθερικό σου πέπλο κεντημένη με βιωματική εμπειρία και φαντασίωση
Με ηδονές ακόμα κι αρώματα
Με το χορικό των συννέφων σα καλπάζουν ένα διάδημα τριγύρω στο φεγγαρένιο κεφάλι σου
Ω λυχνία στηλωμένη στην άκρη του νησιού Ορατή στη χώρα μόνο κάποιου σπάνιου ζευγαριού ματιών
Όταν επιστρέφει το κορμί του σε ροδοπέταλα ο ερωδιός
Όταν κραδαίνεσαι ανάμεσα στην οργή και την αγνότητα
Ανάμεσα στην νίκη και την οικουμένη
Εκεί Στο κατώφλι της νομοτέλειας που η Ύπαρξη αντιλαμβάνεται τον εαυτό της
Στις μυστήριες αύρες της νύχτας που γεννιούνται οι θεοί
Ομορφαίνεις επικίνδυνα όπως λένε σα πλησιάζει ο καιρός της αναλήψεως σου
Παρασκευή
Ορισμοί
Σάββατο
Γειά σου Φτερoύλι πουλάκι αποδημητικό
Μόλις γυρίσαμε από τις μέλισσούλες μας στην Εύβοια Διανυκτερεύσαμε στον Όσιο Δαυίδ που εόρταζε Ωστόσο κοιμηθήκαμε στο αμάξι οπότε φαντάζεσαι η νύχτα ήταν σχεδόν καλοκαιρινή Φέραμε και κάμποσο μέλι Χόρτασε το μάτι μας πράσινο και η καρδιά μας θεό και το σώμα θυσία Της μικρής Ιριδας Sobreluz της άνοιξε η όρεξη με όλα αυτά και έχει συνδέσει τα εικοσιτέσσερα γελαστά χείλη της με το μαστό της Τροφού της Η οποία καθισμένη σε μια κυλιόμενη σκάλα απολαμβάνει τις λιτές γραμμές της ζωής στο living room αφού μετακόμισα όλα τα καλλιτεχνικά μου συμπράγαλα ,αυτά με τις οργανικές καμπύλες και τα αραβουργήματα στους μανδύες, στο κάτω μέρος του σπιτιού το εν λόγω υπόγειο και μεταμόρφωσα τον τρυφερό κόσμο των παιδικών ονείρων μου σε ατελιέ underground Ωστόσο προκύπτουν δύο προβλήματα απ΄ αυτό
Πρώτον τώρα χρειαζόμαστε ένα κατσαβίδι για να βάλουμε τις νέες μπαταρίες στο μουσικό παιχνίδι της Ίριδας Τσοτσομπρόκο και τα εργαλεία είναι κάτω και επειδή κανείς δεν πρόκειται να κουνηθεί μακρύτερα από την νυχτερινή εμβέλεια μας Αναγκαστικά ένα μαχαίρι θα χρειαστεί να κάνει και δεύτερη δουλειά αυτές τις απλοποιημένες στιγμές που τα χρυσόψαρα κατευθύνονται αντίθετα για να ξανασυναντηθούν δέκα δευερόλεπτα αργότερα μέσα στο ίδιο ενυδρείο
Και το αποτέλεσμα το ίδιο ο Μπάχ χλωμιασμένος έτοιμος να γίνει ανθοίαμα Και το αποτέλεσμα το ίδιο, να μια μεγάλη αλήθεια που με άγγιξε τώρα Γι' άλλους λίγο καλύτερα γι 'άλλους λίγο χειρότερα Καμμιά φορά το κλάμα όταν έρχεται από την γη στην αρχή ακούγεται σαν μακρινό γουργουρητό και η μόνη λύση φυσικά είναι η ρύθμιση της υγρασίας Η Ψυχή της όμως δεν κλαίει αλλά γελάει γιατί είναι αγνή ενώ αργότερα όταν η περήφανη Ψυχή ταπεινώνεται δεν κλαίει αλλά αυτοκαταστρέφεται σιωπηλά Κι όλα αυτά είμαι απόλυτα πεπεισμένος έχουν να κάνουν με την αρχαία ελληνική Ψυχή που είναι μέσα μας αθέλητα κρυμμένη και σε πολύ καλή θέση θα έλεγα για να μεταφέρει το θυμό του Αχιλλέα αλλά και τη σύλληψη του ως γεγονός από τον Όμηρο Το δεύτερο πρόβλημα το σκίασε το πρώτο με την πληθωρικότητα του 'η μήπως φταίει η αποδιοργανωμένη μνήμη Κατά τ' άλλα αυτές οι μέρες κύλησαν σαν γρήγορο τανγκό σε εργοτάξιο καταναγκαστικών έργων Το αγαπημένο μου φετίχ να ψήνομαι στον πυρετό και να φτιάχνω ραμποτέ ψευδοροφή εννοείται πάνω σε σκάλα σε κουζίνα που μοιράζονται δυο αδερφές ζωντοχήρες ή άλλοτε πάλι ν 'ασπρίζω σαν άλλος Ηρακλής μες τον γυμνό καιρό το φράχτη του σπιτιού μας Την ίδια στιγμή πάνω στα αεικίνητα βουνά οι σταυροφορίες του Calluna Vulgaris αφού προσπέλασαν με την πένθιμη
τελειότητα της αγάπης τους τα δύο τρίτα του Σεπτέμβρη και όλου του Οκτώβρη έδωσαν τη θέση τους στην υπομονετική και στοργική τρυφερότητα -τα λευκά άνθη της κουμαριάς
Η αλήθεια είναι ότι κατά τη διάρκεια της ολονυκτίας καθόλου δεν ηρέμησα Ήθελα τόσο να μείνω για γίλο μες το κουβέλι να τις ακούσω να μου πουν τις απόψεις τους και τα προβλήματα τους να κουβεντιάσουμε για τη διαχείμαση μα η νύχτα κομψή και πελώρια με πόθησε περισσότερο απομάκρυνε την ασκητική κουβέρτα μου και έστρωσε για την πάρτη μας τα αστέρια
Δεν μπορούσα να αντισταθώ Έτσι γίνεται πάντα Κι αυτές κι εγώ Η Ροή από πάνω μας να καθορίζει Μα είναι ωραία τέτοιες ώρες που κοντοστέκομαστε να πάρουμε δυο ανάσσες να ξεδιπλώνονται μπροστά μας και να στοιβάζονται όπως τα τσαμπιά με αυτά τα φθινωπορινά άνθη, όπως τ’ αστέρια τα τόσα μικρά χαμόγελα και όλες οι αγωνίες και οι κόποι που κάνουμε όλα τα πλάσματα καθημερινά για να καταφέρουμε να τα στερεώσουμε Μ’ αυτό που μένει σε τόση γαλήνη –ακόμη κι αν είναι ίχνη- είναι τα χαμόγελα έτσι δεν είναι
Φιλιά

