Σάββατο

Γειά σου Φτερoύλι πουλάκι αποδημητικό

Μόλις γυρίσαμε από τις μέλισσούλες μας στην Εύβοια Διανυκτερεύσαμε στον Όσιο Δαυίδ που εόρταζε Ωστόσο κοιμηθήκαμε στο αμάξι οπότε φαντάζεσαι η νύχτα ήταν σχεδόν καλοκαιρινή Φέραμε και κάμποσο μέλι Χόρτασε το μάτι μας πράσινο και η καρδιά μας θεό και το σώμα θυσία Της μικρής Ιριδας Sobreluz της άνοιξε η όρεξη με όλα αυτά και έχει συνδέσει τα εικοσιτέσσερα γελαστά χείλη της με το μαστό της Τροφού της Η οποία καθισμένη σε μια κυλιόμενη σκάλα απολαμβάνει τις λιτές γραμμές της ζωής στο living room αφού μετακόμισα όλα τα καλλιτεχνικά μου συμπράγαλα ,αυτά με τις οργανικές καμπύλες και τα αραβουργήματα στους μανδύες, στο κάτω μέρος του σπιτιού το εν λόγω υπόγειο και μεταμόρφωσα τον τρυφερό κόσμο των παιδικών ονείρων μου σε ατελιέ underground Ωστόσο προκύπτουν δύο προβλήματα απ΄ αυτό Πρώτον τώρα χρειαζόμαστε ένα κατσαβίδι για να βάλουμε τις νέες μπαταρίες στο μουσικό παιχνίδι της Ίριδας Τσοτσομπρόκο και τα εργαλεία είναι κάτω και επειδή κανείς δεν πρόκειται να κουνηθεί μακρύτερα από την νυχτερινή εμβέλεια μας Αναγκαστικά ένα μαχαίρι θα χρειαστεί να κάνει και δεύτερη δουλειά αυτές τις απλοποιημένες στιγμές που τα χρυσόψαρα κατευθύνονται αντίθετα για να ξανασυναντηθούν δέκα δευερόλεπτα αργότερα μέσα στο ίδιο ενυδρείο Και το αποτέλεσμα το ίδιο ο Μπάχ χλωμιασμένος έτοιμος να γίνει ανθοίαμα Και το αποτέλεσμα το ίδιο, να μια μεγάλη αλήθεια που με άγγιξε τώρα Γι' άλλους λίγο καλύτερα γι 'άλλους λίγο χειρότερα Καμμιά φορά το κλάμα όταν έρχεται από την γη στην αρχή ακούγεται σαν μακρινό γουργουρητό και η μόνη λύση φυσικά είναι η ρύθμιση της υγρασίας Η Ψυχή της όμως δεν κλαίει αλλά γελάει γιατί είναι αγνή ενώ αργότερα όταν η περήφανη Ψυχή ταπεινώνεται δεν κλαίει αλλά αυτοκαταστρέφεται σιωπηλά Κι όλα αυτά είμαι απόλυτα πεπεισμένος έχουν να κάνουν με την αρχαία ελληνική Ψυχή που είναι μέσα μας αθέλητα κρυμμένη και σε πολύ καλή θέση θα έλεγα για να μεταφέρει το θυμό του Αχιλλέα αλλά και τη σύλληψη του ως γεγονός από τον Όμηρο Το δεύτερο πρόβλημα το σκίασε το πρώτο με την πληθωρικότητα του 'η μήπως φταίει η αποδιοργανωμένη μνήμη Κατά τ' άλλα αυτές οι μέρες κύλησαν σαν γρήγορο τανγκό σε εργοτάξιο καταναγκαστικών έργων Το αγαπημένο μου φετίχ να ψήνομαι στον πυρετό και να φτιάχνω ραμποτέ ψευδοροφή εννοείται πάνω σε σκάλα σε κουζίνα που μοιράζονται δυο αδερφές ζωντοχήρες ή άλλοτε πάλι ν 'ασπρίζω σαν άλλος Ηρακλής μες τον γυμνό καιρό το φράχτη του σπιτιού μας Την ίδια στιγμή πάνω στα αεικίνητα βουνά οι σταυροφορίες του Calluna Vulgaris αφού προσπέλασαν με την πένθιμη τελειότητα της αγάπης τους τα δύο τρίτα του Σεπτέμβρη και όλου του Οκτώβρη έδωσαν τη θέση τους στην υπομονετική και στοργική τρυφερότητα -τα λευκά άνθη της κουμαριάς

Η αλήθεια είναι ότι κατά τη διάρκεια της ολονυκτίας καθόλου δεν ηρέμησα Ήθελα τόσο να μείνω για γίλο μες το κουβέλι να τις ακούσω να μου πουν τις απόψεις τους και τα προβλήματα τους να κουβεντιάσουμε για τη διαχείμαση μα η νύχτα κομψή και πελώρια με πόθησε περισσότερο απομάκρυνε την ασκητική κουβέρτα μου και έστρωσε για την πάρτη μας τα αστέρια

Δεν μπορούσα να αντισταθώ Έτσι γίνεται πάντα Κι αυτές κι εγώ Η Ροή από πάνω μας να καθορίζει Μα είναι ωραία τέτοιες ώρες που κοντοστέκομαστε να πάρουμε δυο ανάσσες να ξεδιπλώνονται μπροστά μας και να στοιβάζονται όπως τα τσαμπιά με αυτά τα φθινωπορινά άνθη, όπως τ’ αστέρια τα τόσα μικρά χαμόγελα και όλες οι αγωνίες και οι κόποι που κάνουμε όλα τα πλάσματα καθημερινά για να καταφέρουμε να τα στερεώσουμε Μ’ αυτό που μένει σε τόση γαλήνη –ακόμη κι αν είναι ίχνη- είναι τα χαμόγελα έτσι δεν είναι

Φιλιά

Παρασκευή

Η χαρά του θανάτου σου

Εδώ όσο κι αν ανοιχτείς Μαζί με τα φανερά Απ’ τον ήχο Τη χαρά του θανάτου σου Δεν θα σε ανιχνεύσουν ποτέ Ενώ από δω όλοι περνούν Εδώ όλοι οι κάτοικοι είμαι εγώ Σφράγισε τα μάτια σου Πέθανε χωρίς το ψέμα Πέθανε αντίθετα απ’ το ψέμα Και η παρέα του εαυτού σου τόσο σκληρή είναι Και τι ανεξήγητο αυτό το μίσος Η απουσία βρίσκεται έξω σπό την κενή έννοια Η απουσία είναι λερωμένη Κι όσο μεγάλο κι αν είναι το έξω Το τίποτα έξω δε χωράει Πες στους άλλους Δεν θέλω να ξέρω απ΄τη χαρά Και αγνόησε τη μετρημένη λύπη Την περιορισμένη ταραχή σου Σιώπησε είναι το μίσος σε ότι δεν ψάχνω Σιώπησε είναι η σκλαβιά Και στάσου Κλείστα μάτια Αναίσθητα Πόσο μοιάζει ο ένας με τον ίδιον Και κλείστα μάτια Ασυνείδητα Ατόνησε Και άραξε Μόλυνε το σκότος σου απ’ την τυχαία ξηρασία Αρνήσου ότι πας με βαριεστημάρα για άγνοια Και σκλάβωνε κάθε άπειρο του ορατού δαμαστή Δεν θα φερθεί καλά στα τέρατα Γιατί από δαμαστής θα μεταμορφωθεί σε μολυσμένο τέρας Και θα σταματάει ξεχνώντας το ψέμα Κι ό,τι κι αν δεν κάνει ποτέ δε θα σ΄αγαπά Ακόμα κι αν δεν προσπαθήσεις καθόλου να κρατήσεις την ανιδεότητα σου απ’ την αγάπη Γιατί δεν είσαι κανένα χωρίς τιπότα ίδιο Και σε αμελεί Πώς να μην βρεθείς αν δεν το ήθελες μετά Πώς αν η νιρβάνα σου είναι τόσο ρευστή Και τόσο δειλή Και τόσο αδύνατη Και ταπεινώνεται απ΄το τίποτα Σέβεται τους πάντες Κι εκείνα έμαθαν Έψαξαν να συναντήσουν την αδυναμία τους Για να ειρηνεύσουν δειλά Δίχως κατανόηση Δίχως ξεδίψασμα για ερημιά Ξεδίψασμα για ρουτίνα Για μη πράγματα που ενώ δεν φαίνονται διαφορετικά Ποτέ δε μοιάζουν Σε κανένα σάλεμα του κενού Της λησμονιάς Του άδειου παρελθόντος Του άδειου νοήματος του λανθασμένου που έχει είπωθεί Μα δεν την αισθάνθηκαν φαντάσματα και φαντάσματα Από πουθενα κι αν δεν φαίνονται Δεν υπάρχει περίπτωση να καταλάβεις ................................................................................................
Αντιστρέφοντας το ποίημα σου αντιλαμβάνεται κανείς το μέγεθος της αισιοδοξίας του Με ρωτάει η αγάπη μου τι γράφεις ποιήμα ? Ναι όχι της απαντώ ένα αντιποίημα - Είναι πειραματική παράλλαγή ενός ψυχολογικού τρικ που διάβασα τελευταία Φόρα το κράνος σου Εκανα κάτι αντικαθρεφτισμούς σε μερικές φωτογραφίες Ξέρεις τό ‘ να φέρνει τ’ άλλο κτλ Από κει περνάει μια σκαντζούρα Πιο πέρα η ανηφοριά οδηγεί στης μαμάς μου Σε βλέπω να καβαλικέυεις πάνω σε μία μπλούζα Από δω το στήθος σου κρατάει ένα λυχνάρι Χαιρετισμούς από τη μικροκοσμική νύχτα που το διάστημα της φωτίζουν λαμπατέρ και φωτιστικά ως άλλα παλσάρ και σουπερνόβες Και το ξέρεις όσο αρνείσαι να βγείς απ΄το καλειδοσκόπιο θα σε ροκανίζουν τα χρώματα για να σε σπέρνουν στο φώς ώστε τίποτα να μην πάει χαμμένο Κτλ κτλ Α Κτλ κτλ

Τετάρτη

Raddle

Το ρολόι το παιχνίδι του καλόγερου

Οι Ώρες οι Μοίρες και οι μέρες

Κουκουλομένες μές τ’ ασημένια σατέν της πόλης

Στον ψεύτικο παράδεισο των δέκα cents

Στην οργή που στάζει στην αποχέτευση

Ακροματισμός στους γκρεμούς της αβύσσου

Στις φλέβες της κραγιόν από στιμμένη ορμόνη

Μες τα μαρμάρινα χείλη της νύχτας

Κάποια γυναίκα φιλά έναν άντρα.στο μάγουλο

Κάποια γυναίκα λεπτή αυτή τη φορά

Σαν εσώρουχο ή μεθυσμένα μάτια

Έρπεται στην αγκαλιά γυναίκας

Δεύτερο φεγγάρι της νέας γης

Ηλεκτρικό φίδι – Φαντασίωση

Εξύψωση της Ψυχής και λάμψη της χάντρας

Ζήσε μου λέει…ο Θεός σε χρειάζεται

Κόρη του διαβόλου

Είμαι η σκέψη σου

Γιορτή του κάρματος και της όσμωσης

Είμαι η πτώση

Το δέρμα σου

Υγρή κόλαση

Άρμύρα του ήλιου

Αυτή έγκατα πουλιού

Γλυκός περίπατος στα πέταλα της νύχτας

Καθαρός αέρας

Διαδρομή χαμένη σε υπερφορτισμένο κύκλωμα

Κλόουν

Ταξί

…Raddle

Κυριακή

Αιρετικό

‘Ω τα στήθη σου Όχι πια Και μόνο επειδή μίκρυναν τα μάτια μου Που δε χωρά το κλειδί των ονείρων σου Που ξεφτάω σα την μουσική Για το πενταγραμμο ανείπωτη Κι από τις νεράιδες αγαπώ μόνο τις ξεπεσμένες Της γλώσσας σου Καθώς τα δικά μου χείλη μετανάστευσαν Στη χώρα των Υπερβόρειων Δε βλέπεις πως αυτό είναι κατακρεούργηση Ερωτώ που μια μέρα ήσουν έρωτας Και συνεχίζω πως λυπάμαι σε αγνοώ Να μη σου μοιάσω Οπωσδήποτε Συνεχώς ως εξαφανίζομαι Να που έχω ταλέντο κρυφό Εις το σχολειό του Απόλλωνα Εμπρός κύτταρα μου σκορπιστείτε Σε ορθοπεταλιές των εμπειριών Έξω από αυτό το δωμάτιο και απόψε Καθώς θόλωσα νύσταξα θα κοιμηθώ Για πάρτη σας το ταξίδι και απόψε (και αυτό το ζώο τι τι παράξενο όνομα) Με τόσο κρύο ‘Αλογο ακούς εκεί άλογο

Σάββατο

Δευτέρα

Αποθήκευση στο Σκληρό

Που ποιο ποιοι τι ποιος πως πότε 

Αλλού Κόσμος 

Στη λούτσα 

Έπεσε ο χειμώνας το ξεπεράσαμε κι αυτό

Το βατράχι της αναπαραγωγής 

Έχω να βάλω λάστιχα να πληρώσω το σήμα

Πρέπει να φάω δύο τριπάκια για να αφεθώ λίγο

Σε αυτή την μουσική 

Πήγα total eclipse

Αυτή την φορά έπαιξαν πολύ γαμάτα

Δεν ξέρω τελευταία φορά που τους είχα δει

Καλός κόσμος γιώργο Το ευχαριστήθηκα

Simon

Κλεμένοι διάλογοι των ανθρώπων

Προμηθέας 

(Don’t send this message to the cup)

Αντίδοτο 

Simon teblar άγιος των πρακόρων 

Κι όπως ο τρίτος εσταυρωμένος

Ακολουθήσαμε τον τρίτο δρόμο προς το σοσιαλισμό

.....................................Η αγωνία

(που ‘ναι το stuff)

Παρασκευή

Η Πτώση της Θέλησης

(πολιτικό ποιήμα για την αιώνια ζωή)
Ολόενα μεγαλώνουν σκαλίζοντας το θαύμα Διαστρικές κηπουροί Κοντά τριακόσια πια Γεμάτες άσπρο φως σκληρή τρίχα και γαλάζιο Με δυο χαδιάρες βλεφαρίδες Δυο εκπλήξεις σταυρωτά ζωσμένες στην όψη τους Δυο έμειναν όλες κι όλες Έτσι είναι εύκολο να τις αναγνωρίσει κανείς Απ’ τις σφαιρικές μήτρες και τα πελώρια κομψά πόδια Απ’ τα μεγάλα διάκενα στο λόγο Που σπαρταρούν πέφτουν Που γνέφουν Σε θέλω πολύ Τώρα Γιατί όλα έχουν τη θέση τους Οι δυτικοί αστερισμοι Τα ευτράπελα Το μέσα και το έξω Ανοίγει και κλεινει η βεντάλια Όμοια τα πνεμόνια Όμοια η θέα σα χώνεται το κεφάλι ανάμεσα στα πόδια για να μετρήσει τις αποστάσεις Φορτωμένες εκατομμύρια πράσινες ομπρέλες και τραγούδια πουλιά Αργά αναρρίχονται στη δίνη της ανόδου κρατώντας δυο στάλες βροχής Δυο σβώλους χώμα Για να σπείρουν τη γη κι αλλού στο διάστημα Μα οι τοξωτές αψίδες της αμφιβολίας τρυπούν τα συνωστισμένα μάτια Όχι δεν θέλουν να βλάψουν κανένα Είναι παιδιά με δύναμη Είναι μόνο δέος Ένα ατέρμων εκστατικό κόμπασμα στα χέρια και στους γόνες Κάτω απ’ την αρχαϊκή πέτρα των προγόνων τους Στο πτερύγιο του κρόταφου από πίσω εκείνο το χλωμό φως - Θυμάμαι Δεν έχεις τίποτα είπε ορκισμένος ο άγγελος ιποκρίτης Τίποτα Γελώντας τη μοίρα με τις λέξεις του Μα το δίχως άλλο η μοίρα ήταν που έπαιζε με το ύψος της Ξεσκίστηκε η θηλυκή αρχή του γι’ αυτό το νιάνιαρο Τροφή για το σκύλο και τσιγάρα Και τώρα τι έμεινε τώρα Την τελειότητα να γιορτάζουν τα σαλιγκάρια Τα πενηνταδυο χαρτιά της τράπουλας σκορπισμένα στο πάτωμα Εδώ κι εκεί Τσέλικη γλυκιά μελωδία των τρελών Το σύμπαν βαρύτερο Ένας δυο Οι πρώτοι του παλμοί Η αγκαλιά μια αγκαλιά συγκίνηση και φωτιά δίχως χερούλια πουθενά να πιαστείς Αόριστος Αιχμαλωσία Προσευχή Δεν ήταν τίποτα - συνέχισε - Πως κλαίει η άβυσσος Λίγο κόκκινο ναϊφ στα μάγουλα του κόσμου Συνάρτηση του οίστρου όπως το φεγγάρι όπως κι εσύ κι οι μουσώνες Μα ο καιρός περνά Η αρμάδα της κίνησης βλέπεις Ολόενα μεγαλώνουν Ολόενα αλέθει ο χρόνος για να φτιάχνει επίγνωση Γλυκιά επίγνωση της αστρικής εστίας Σάμπως τροφή άλλη δεν έχει η Ύπαρξη Αυτές αλλαξαν ντύσιμο Άλλαξαν κι άλλα πράγματα πιο χειροπιαστά Αρωμάτισαν με πνεύματα τον ουρανό και τους ναούς τους Αγόρασαν περισσότερες αντένες για να θωρούν τα πράγματα Έπειτα έγιναν απόμακρες Διανοούμενες Τενίστες των λέξεων Κατοχύρωσαν τον τίτλο τους Έφτιάξαν τη δική τους αίρεση Να ταιριάζει στην εποχή τους Φαλακρή κλαδάτη Δίχως σκόνη ή αίματα Ντύθηκαν μακρόσυρτες δονήσεις και τριανταφυλλί φαντασιώσεις Στολίστηκαν συναισθηματικά όνειρα και λογής δυνάμεις Να ζωντανεύουν Τις λίμνες του καλοκαιριού τ’ αγάλματα στους κήπους Τους χαρταετούς των παιδιών Ίδρωσαν πάνω απ’ το αμόνι για αιώνες Σκλήρυναν στην εμπειρία και την υπέρβαση Σφυρηλατώντας γερά φτερά Φτερά προσαρτημένα στις χρυσές τους φτέρνες Κι έγιναν τα κορμιά τους ο μεγάλος σπόρος της ποίησης στην αρχή Και μετά περιπλοκάδες που αγκαλιάστηκαν μπλέκοντας τα φιλιά τα χρώματα Σφιχτά Κύκλικά περιστράφηκαν γύρω απ’ το μάτι της γη Με τεντωμένες φλέβες Μα όποιος άλλος στη θέση τους Θα πέταγε που και που ανάσκελα Για να χαζέψει τα ακίνητα χρυσά μάτια Τα ολοκαυτώματα πέρα στις εσπερίδες Το χορό της φωτιάς ανάμεσα στα φεγγάρια του Δία Εκεί που η Νέμεσις κρεμάστηκε Κομματιάζοντας έτσι τους καθρέφτες των θεών Τους ίδιους τους εαυτούς Τα παιχνίδια με αρχή και τέλος δεν είναι παρά κατεστημένο Κι αν θες όσο πρέπει - θα ζήσεις για πάντα γιατί γίνεται Χωρίς να βαριέσαι Έίναι πάντα εύκολο να πεθάνει κανείς Λοιπόν φως μου Παιδί της προσευχής Σπερματοειδής είναι ο θρήνος σου Τα δυο σου πρόσωπα η αγαπημένη σου ώρα Ας είναι γλυκό και το κλάμα σου Ας είναι Όταν η ανυπαρξία λήστεψε το τερπνό δάκρυ της Παναγίας Τους θεούς -κατάρα - Μην ανησυχείς όμως Το ποτάμι Η οικουμένη Ο άγγελος φύλακας σου Άσπιλο άσπρο φως και άφυλο γαλάζιο Με δυο μακρυές βλεφαρίδες για να πετάς Και νιφάδες ήλιου να κεντούν τον έρωτα στη μέση του πελάγου Έϊ μην τρομάζεις σε παρακαλώ Χάιδεψε με εσύ το παράξενο χαμόγελο Τη νύχτα ονειρέυεσαι πως φοράς αμπελόφυλλα για σκουλαρίκια Κάθε νιφάδα κι έρωτας πως ζωντανεύει τα χείλη της αρχαίας μάσκας Τη μέρα μόνο πιστεύεις Ορίζεις τους ελέγχους και πετάς Είμαι η Διακοσμική Θέληση Η αδάμαστη αρχή των πάντων Έλα να με βρείς Είμαι εδώ υπομονετική κι ατάραχη.. στην κοιλιά σου

Κυριακή

Πεδία και Δυνάμεις

Έχει περάσει καιρός από τότε που είδαμε θεούς στεφανωμένους σε κεφάλια ανθρώπων Έτσι όλη αυτή η απρόσμενη ερωτική υπερδιέργερση θα ΄ναι κρίμα να χαθεί ασάλευτη στο βουβό πλάσμα του διαστήματος Έστω του διαστήματος αυτού που ανήκει στο σύμπαν των ευχών Θέλουμε να ξαναγυρίσουμε στη μήτρα σου Μαρία Να γίνεις πάλι τροφός μας κι εμείς η μοναδική ιέρεια της θάλασσας σου

Από κει όπως παλιά θα διακρίνουμε όλους τους εξωγήινους του διαστήματος να μαστουροησυχάζουν στις παραλίες των πλανήτών τους κάθε φορά που ησυχάζουμε εμείς Και θα κοκορευόμαστε πως είμαστε γήινοι - έτσι σαν αξιωμα ή τίτλος - και ότι  στέκουμε ατρόμητοι μπροστά στη διαστολή του κενού Τα ουράνια ξαδερφάκια θα γελάνε ευχαριστημένα απ΄την αλλοκοτιά της ιστορίας στην οποία συμμετάσχουμε Εμείς καβαλάρηδες της φωνής του κόκκορα Και αυτοί ωριμασμένοι πρόωρα με προΐόντα ευεξίας 

Έπειτα το κοριτσάκι με το γαλάζιο πρόσωπο τόσο χαριτωμένο τόσο αστείο θα πασχίζει να ενώσει το φως των χωρισμένων κόσμων ακόμη κι άθελα του Η δυναστεία της μέρας θα τινάζει απ΄την κόμη της τα νυχτοκεντημένα όνειρα της ομφαλικής ζωής

 Ο Ιούνιος μας έγδυσε Ο Ιούλιος μας γάμησε Κι ο Αύγουστος δεν ήρθε ποτέ Γεννηθήκαμε από νερό και χώμα Καταραμένη ράτσα των γαμοχριστιανών Και πεθαίνουμε ένα κράμα ομφαλικών εμπειριών Νικητές όμως ενός σταυρού που δεν ήταν ποτέ δικός μας 

Θα μπορούσαμε να το είχαμε κάνει και κανονικά Δίχως δισταγμούς και δίχως καμμία αντίδραση απέναντι στη δικτατορία του DJ Όμως πόσο συχνά το ανώμαλο γίνεται νόρμα Πόσο συχνά η φύση γίνεται καταστροφική απέναντι στον ίδιο τον εαυτό της Πόσο συχνά οι εξωγήινοι στις παραισθήσεις τους βλέπουν Έλληνες

Τετάρτη

Ραδιογωνιόμετρο

Σ’ αυτό το μπουκάλι μέσα είναι κλεισμένοι ο Μίκυ Μάους ο Γκούφη ο Ντόναλτ ο Λούκυ Λουκ ο Σπάιντερμαν ο Μπάτμαν ο Ποπάυ η Νταίζη οι Ντιουκς οι Θάντερκατς τα Στρουμφάκια οι Τζι Αι Τζο ο Κάπταιν αμέρικα ο Κάπταιν πλάνετ ο Πήτερ Παν ο Κιτ η Αλίκη απ΄τη χώρα των θαυμάτων ο Αστυνόμος Σαΐνης ο Μαγκάΐβερ τα Χελωνονιντζάκια τα Μικρά πόνυ ο Αστερίξ ο γαλάτης και το συνάφι του Αυτά τα  πλασματάκια που μέναν στα σύννεφα …πως τα λένε να δεις.. Η Μάγια η μέλισσα Η Ουΐνυ η Έντα γκάμπλερ Η θεία μου ο Τότορο Πάρ’το πάρ΄το Οι φίλοι μου λένε πως είμαι εμπορικός

Σάββατο

Χαρτομαντεία

Όταν το συναίσθημα πολλαπλασιάζει τις δονήσεις στις θεμελιώδης επάλξεις του φαινομένου Η διαφορά της πολικότητας μεταξύ των αντιδρόντων στοιχείων αυξάνεται με λογαριθμική ακρότητα Το οριακό σημείο της εφαρμογής ακολουθεί Είτε τραγική καταστολή και κατακερματισμός Ή πλήρη ενωτική αφομοίωση του εισβολέα και του φαινομένου Το λευκό γίνεται σμαραγδί και το σμαραγδί δίνει τη θέση του στο χρυσό Έτσι γεννιέται κι άλλο λευκό κι άλλο σμαραγδί κι άλλο χρυσό Η ένταση δυναμώνει μες την σιωπή όπου ο άνεμος ησυχάζει Βουβό -από μέσα προς τα έξω- διεγείρεται το είναι Και η γνωριμία με την άχρονη κομψότητα αναγεννιέται Μες την περήφανη ιδιοσυγκρασία της γης Απέναντι απ’ τις κορυφογραμμές τα πεύκα ξεπροβάλλουν τα κεφάλια τους Με το δάχτυλο διαγράφουν μια γραμμή στον ουρανό Μέχρι να ξαναβρεθούμε Στις χαρακτηριστικές τετραπλότητες των διαστάσεων Δύο άσσοι σπαθί σημειώνουν ένα ταξίδι στο άπειρο